Από την Αθήνα των ’80s στις Βρυξέλλες: Μια συζήτηση με τον Ιωάννη Γαβρά για το τραύμα, το θέατρο και τη λύτρωση

  

Μια συζήτηση για την ελευθερία, τη μνήμη και τη σεξουαλική ταυτότητα ανάμεσα στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες

Η δεκαετία του ’70 και του ’80 στην Ελλάδα κουβαλά μια έντονη αντίφαση: τη γέννηση μιας νέας ελπίδας και, ταυτόχρονα, τη βαθιά ριζωμένη συντήρηση μιας κοινωνίας που αρνιόταν πεισματικά να κοιτάξει κατάματα τη διαφορετικότητα.


Στο νέο του θεατρικό έργο, «Η απαγωγή», που κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και πανεπιστημιακός Ιωάννης Γαβράς ξετυλίγει την επώδυνη αλλά και λυτρωτική πορεία του Δημήτρη. Από το ημίφως ενός εφηβικού δωματίου στην Αθήνα μέχρι την αναγκαστική «εξορία» σε μια πρωτεύουσα της Βόρειας Ευρώπης, ο κεντρικός ήρωας παλεύει με τις οικογενειακές συγκρούσεις και τα κοινωνικά ταμπού, έχοντας ως μοναδικό καταφύγιο και σανίδα σωτηρίας το θέατρο.

Με αφορμή αυτή τη συγκινητική και επίκαιρη κυκλοφορία, συζητάμε με τον δημιουργό για το τραύμα του παρελθόντος, την έννοια της προσωπικής ελευθερίας και τη θεραπευτική δύναμη της σκηνικής πράξης.


  • Κύριε Γαβρά, ο τίτλος του έργου σας είναι Η απαγωγή. Πέρα από την κυριολεκτική της διάσταση, ποια είναι η μεταφορική «απαγωγή» που υφίσταται ο Δημήτρης από το περιβάλλον του;

Το ότι οι γονείς του Δημήτρη τον «απήγαγαν» από το περιβάλλον που μεγάλωσε, η απαγωγή του ήταν ένας ξεριζωμός ενός νέου παιδιού από την κοινωνία που μέχρι τότε είχε ζήσει. Η απομάκρυνση από το περιβάλλον με ό,τι καλό και κακό το αντιπροσωπεύει κόπηκε εντελώς.

  • Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρώτα στα γαλλικά το 2025 και τώρα στα ελληνικά. Πώς ήταν η εμπειρία της «επιστροφής» αυτού του κειμένου στη μητρική σας γλώσσα; Άλλαξε κάτι στην εσωτερική του μελωδία;

Το έργο γράφτηκε και παρουσιάστηκε στα ελληνικά στις Βρυξέλλες τον Νοέμβριο του 2024. Το έργο μεταφράστηκε στα γαλλικά και εκδόθηκε το 2025. Η μετάφραση έγινε πιστά στο ελληνικό κείμενο και έχει κρατήσει όλη την εσωτερική μελωδία του έργου.

  • Στο απόσπασμα βλέπουμε τη μάνα να τρομοκρατείται για το «τι θα πει ο κόσμος», μια φράση-πληγή για πολλές γενιές στην Ελλάδα. Πόσο βαθιά πιστεύετε ότι μας στοιχειώνει ακόμα αυτός ο κοινωνικός αυτοματισμός;

Δυστυχώς ακόμα και σήμερα η κοινωνία δεν έχει ξεπεράσει ορισμένες ιδέες και θέσεις απέναντι στην διαφορετικότητα. Πολλά γεγονότα το επιβεβαιώνουν.

  • Ο Δημήτρης, στα 17 του, δείχνει μια αξιοθαύμαστη εσωτερική δύναμη και διεκδικεί την ελευθερία του. Από πού αντλεί το θάρρος ένα παιδί εκείνης της εποχής, όταν όλα γύρω του συνωμοτούν για τη σιωπή του;

Ο Δημήτρης έζησε σε μια οικογένεια που ο πόλεμος την πλήγωσε πολύ. Οι άντρες σκοτώθηκαν ή κρεμάστηκαν κι έμεινε μόνο η κόρη που έφερε το φορτίο όλης της οικογένειας. Αργότερα όταν γεννήθηκε ο Δημήτρης έζησε μια μοναχική ζωή διαβάζοντας και ακούγοντας στο ραδιόφωνο τις εκπομπές που του άρεσαν. Ωρίμασε πολύ μικρός. Η πρώτη ερωτική του σχέση του έδωσε την δύναμη να πολεμήσει. Η σχέση μητέρας-γιου δεν ήταν εύκολη. (Το δεύτερο βιβλίο μου που είναι έτοιμο μιλάει για αυτήν την περίοδο).

  • Το έργο κινείται ανάμεσα στην Αθήνα των ’70s/’80s και σε μια βορειοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Εσείς ζείτε και δημιουργείτε στις Βρυξέλλες. Πόσο από το δικό σας βίωμα της γεωγραφικής και πολιτισμικής απόστασης έχει μπολιάσει την ιστορία του Δημήτρη;

Είναι αλήθεια ότι η θεατρική μου εμπειρία και η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα και στο Βέλγιο βοήθησε πολύ στο να κατασταλάξω στην ιδέα της «Απαγωγής». Ίσως φανεί περίεργο, αλλά περίμενα να φύγουν οι γονείς μου από τη ζωή για να το γράψω.

  • Στην περιγραφή αναφέρεται ότι το θέατρο αποτελεί για τον ήρωα «καταφύγιο και διέξοδο». Υπήρξε και για εσάς προσωπικά το θέατρο ένας τρόπος να κατανοήσετε ή να «αδράξετε» τον κόσμο στην εφηβεία σας;

Βεβαίως. Το θέατρο από την αρχή ήταν διέξοδος και απελευθέρωση για μένα. Και η απόφαση να εκφραστώ γράφοντας ένα θεατρικό έργο ήρθε επειδή το θέατρο με βοήθησε.

  • Ως αναπληρωτής καθηγητής παραστατικών τεχνών, πώς βλέπετε τη νέα γενιά να διαχειρίζεται σήμερα θέματα σεξουαλικής ταυτότητας και αποδοχής μέσα από την τέχνη, σε σχέση με το παρελθόν που περιγράφετε;

Ένας Γάλλος συγγραφέας πολύ νεότερος, ο Εντουάρ Λουί, έχει γράψει βιβλία που διηγείται την εφηβεία του στην επαρχία της Γαλλίας μέσα σε μια φτωχή οικογένεια και τα έργα του έχουν μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο. Στην Ελλάδα είδα εφέτος δύο παραστάσεις που χειρίζονται το θέμα με πολύ καλό αποτέλεσμα. Το «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» και το «Η ιστορία μιας γυναίκας». Αλλά έχουμε ακόμα δρόμο μπροστά μας.

  • Η πρώτη σκηνή ξεκινά με το ημίφως, τις κοφτές αναπνοές του έρωτα και την ξαφνική βίαιη διακοπή από τη μητρική φιγούρα. Γιατί επιλέξατε να ρίξετε τον αναγνώστη/θεατή αμέσως στα «βαθιά» της σύγκρουσης;

Γιατί αυτό είναι η αλήθεια! Γιατί να προσπαθήσουμε να κρύψουμε κάτι που σίγουρα υπάρχει και θα υπάρχει ακόμα.

  • «Όμως το κοντινό παρελθόν έρχεται να μου χτυπήσει πάλι την πόρτα». Μπορεί κανείς τελικά να ξεφύγει ποτέ από το τραύμα της απόρριψης, ακόμη κι αν αλλάξει χώρα ή ήπειρο;

Δυστυχώς είναι πολύ δύσκολο! Γύρω μου άνθρωποι που έχουν ζήσει παρόμοιες καταστάσεις δύσκολα το ξεπερνούν. Νομίζω ότι όσο και να έχουμε προχωρήσει και ωριμάσει στην ζωή μας το παρελθόν πάντα θα μας κυνηγάει μέχρι το τέλος.

  • Η μητέρα χρησιμοποιεί τη λέξη «ανώμαλος», μια λέξη-όπλο της εποχής. Πώς δούλεψες ψυχογραφικά αυτόν τον χαρακτήρα ώστε να μην είναι μια απλή «κακιά», αλλά το προϊόν μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πατριαρχίας;

Η μάνα έχει ζήσει και αυτή πολλές δύσκολες καταστάσεις (το δεύτερο βιβλίο μου). Δεν ήθελα να την παρουσιάσω μόνο αρνητικά. Κατάλαβα από πολύ νωρίς αυτά που έχει ζήσει και έχει υποστεί. Αλλά εκείνη την εποχή η σιωπή μαζί με την ντροπή ήταν το φάρμακο που έκαναν τις φωνές να σωπαίνουν.

  • Αναφέρετε στο βιογραφικό σας ότι εμπνέεστε από τον πλούτο της ελληνικής τραγωδίας. Υπάρχουν στοιχεία αρχαίας τραγωδίας στη σύγκρουση του Δημήτρη με την οικογένειά του και το πεπρωμένο του;

Σίγουρα και νομίζω όχι με πρόθεση ότι υπάρχει το στοιχείο της «τραγωδίας» στο έργο.

  • Αν μπορούσατε να βάλετε τον Δημήτρη του 1980 να συναντήσει έναν έφηβο του 2026, τι πιστεύετε ότι θα έλεγε ο ένας στον άλλον;

Είναι δύσκολο να απαντήσω. Ίσως η ερωτική σχέση να γίνει πιο γρήγορα ή όχι. Ο Δημήτρης κι ο Χάρης έζησαν μαζί μια σχολική χρονιά περνώντας ώρες μαζί και μετά από μήνες έφτασαν να κάνουν έρωτα. Άλλες εποχές.

  • Η θεατρική σας ομάδα ονομάζεται Y-grec (το γράμμα Υ στα γαλλικά, που σημαίνει και «Έλληνας»). Πώς λειτουργεί αυτή η διπλή ταυτότητα (Ελλάδα- Βέλγιο) στον τρόπο που γράφετε θέατρο;

Η θεατρική μου ομάδα λειτουργεί εδώ και 35 χρόνια με θεατρικές παραστάσεις στα γαλλικά και στα ελληνικά. Το όνομα της ομάδας δόθηκε από τα παιδιά που συμμετέχουν.

  • Το βιβλίο σας είναι σύντομο και περιεκτικό (70 σελίδες). Πόσο δύσκολο είναι να συμπυκνωθεί μια ολόκληρη ζωή γεμάτη διωγμούς και εσωτερικές αναζητήσεις σε μια τόσο δωρική φόρμα;

Δεν ήθελα να υπερβάλω σε ένα πρώτο θεατρικό έργο. Προτίμησα την λιτότητα. Το δεύτερο μου θεατρικό που προηγείται ιστορικά από την «Απαγωγή» εξηγεί περισσότερο την ιστορία του Δημήτρη και ακόμα περισσότερα την ιστορία της μητέρας του.

  • Ποια είναι η μεγαλύτερη προσδοκία σας τώρα που Η απαγωγή είναι πλέον προσβάσιμη στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό; Ποιο συναίσθημα θα θέλατε να έχει κάποιος κλείνοντας την τελευταία σελίδα;

Θα ήθελα ο Δημήτρης να δικαιωθεί. Έζησε, όπως εκείνος το ένιωθε, χωρίς να αισθανθεί ένοχος μια όμορφη ερωτική σχέση. Θα ήθελα να δικαιωθούν τόσα παιδιά που πολύ νέα σήμερα δέχονται επιθέσεις από άλλα παιδιά που τα σπρώχνουν να φτάσουν στα άκρα. Σας ευχαριστώ πολύ για τις τόσο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σας. Με έκαναν να συγκινηθώ έπειτα από πολύ καιρό, να είστε καλά.


«Περίμενα να φύγουν οι γονείς μου από τη ζωή για να το γράψω». Ο Ιωάννης Γαβράς μιλάει ανοιχτά στο Kulturosupa με αφορμή την κυκλοφορία του θεατρικού του έργου «Η απαγωγή» στα ελληνικά. Μια συγκλονιστική συζήτηση για το τραύμα της απόρριψης, τη σιωπή της ελληνικής επαρχίας και τη δικαίωση της διαφορετικότητας.

#ΗΑπαγωγή #ΙωάννηςΓαβράς #Θέατρο #Συνέντευξη #ΣεξουαλικήΤαυτότητα #Kulturosupa #Βιβλίο2026









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις